"Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη δώστης κλώτσο να γυρίσει παραμύθι να αρχινίσει"

 

hermes2

 

Μια φορά και έναν καιρό ήταν δύο φίλοι χωρικοί που έβοσκαν τα πρόβατα τους στα λιβάδια. Ένα βράδυ ο ένας χωρικός μπήκε κρυφά στο μαντρί του άλλου χωρικού και του έκλεψε τα πρόβατα. Πήγε αμέσως και τα μαρκάρισε ότι ήταν δικά του. Το άλλο πρωί όταν ο χωρικός ανακάλυψε ότι του έλειπαν τα πρόβατα δεν άργησε να καταλάβει ότι ο «φίλος» του τον είχε κλέψει και μάλιστα το βράδυ που κοιμότανε.
Έτρεξε λοιπόν στην στάνη του φίλου του και ζήτησε αμέσως τα πρόβατα του. Εκείνος του έδειξε τα δικά του όλα μαρκαρισμένα με το σημάδι του.

Ανίκανος ο χωρικός που του έκλεψαν τα πρόβατα, απογοητεύτηκε τόσο πολύ από την προδοσία του φίλου του που δεν είχε όρεξη ούτε να βοσκήσει τα πρόβατα που του είχαν απομείνει. Έτσι τα άφησε στην τύχη τους.
Ο άλλος χωρικός δεν έχασε καιρό και το βράδυ πήγε και πήρε τα υπόλοιπα πρόβατα αλλά αυτά δεν τα μαρκάρισε.
Το άλλο πρωί εκείνος που είχε κλέψει και τα υπόλοιπα πρόβατα πήγε και βρήκε τον άλλο χωρικό που καθόταν απογοητευμένος και αγνάντευε την θάλασσα. «Ξέρεις του είπε», παράτησες τα πρόβατα σου και εκείνα ήρθαν και έσμιξαν με το κοπάδι μου. Εάν θέλεις μπορώ να στα δώσω πίσω αλλά εσύ τώρα είσαι ανίκανος να τα φροντίσεις. Άσε να τα φροντίσω εγώ για να τα σώσω».
Ο χωρικός τότε τον κοίταξε με ύφος απλανές , παραδομένος στην τύχη του και του απάντησε : «εάν θέλεις μπορείς να τα έχεις. Έτσι θα σωθούν τα πρόβατα».

Ο κλέφτης έφυγε ευχαριστημένος έχοντας πια και τα δύο κοπάδια στην κατοχή του. Ο χωρικός που του είχαν κλέψει τα πρόβατα καθότανε μέρες ακίνητος, αγναντεύοντας την θάλασσα, χωρίς να τρώει και  χωρίς να πίνει. Το μόνο που έκανε ήταν να επικαλεστεί την Νέμεσις για να αποδώσει δικαιοσύνη αλλά αυτή δεν τον άκουγε. Θεωρούσε άσκοπο να πάει στον ναό της γιατί ήταν συρματοπλεγμένος.

Μία μέρα μετά την δύση του Ήλιου και ενώ υπήρχε ακόμα το λυκαυγές μακριά στον ορίζοντα είδε ένα κοπάδι από φάλαινες που έπαιζαν με τα νερά της Θάλασσας. Τις παρατηρούσε αρκετή ώρα και είχε πια αρχίζει να βραδιάζει. Ο Σεπτέμβρης ήταν στο τέλος του και σε λίγο θα έμπαινε ο Οκτώβρης.
Ξαφνικά, είδε από τον μακρινό ορίζοντα μία περίεργη λάμψη να τον πλησιάζει αστραπιαία. Η λάμψη σταμάτησε αρκετά μέτρα μακριά του ταλαντευόμενη επάνω από την Θάλασσα και ξαφνικά μέσα από την λάμψη ξεπήδησε ο Θεός Ερμής.

Ο Ερμής είδε τον άνθρωπο λυπημένο και τον ρώτησε τι έχει. Εκείνος του είπε όλη την ιστορία πως του έκλεψαν τα πρόβατα και στο τέλος πρόσθεσε: «και εγώ Θεέ μου παρακάλεσα την Νέμεσις την χθόνια θεά, να αποδώσει Δικαιοσύνη αλλά αυτή δεν με άκουσε, και αναρωτιέμαι τι έχω κάνει για να μην με ακούει. Πήγα και στον ναό της αλλά δεν μου επιτρέπεται η είσοδος.».
Ο Θεός Ερμής χαμογέλασε και του είπε: «Άφησες να σου τα κλέψουν άνθρωπε τα πρόβατα σου και δεν πάλεψες για αυτά. Είσαι α-σθενής, δεν υπάρχει σθένος στην καρδιά σου. Όμως η Νέμεσις δεν βρίσκεται στον ναό που θέλεις να πας. Μίλησε στις Φάλαινες και αυτές θα σε βοηθήσουν».
Ο χωρικός σάστισε και κοίταξε τις φάλαινες που χοροπηδούσαν στο νερό. «Μα πως μπορούν οι φάλαινες να με βοηθήσουν Θεέ μου;» ρώτησε.
«Για αυτό ήρθαν σήμερα εδώ άνθρωπε, για να σε βοηθήσουν να σε ακούσει η Νέμεσις», απάντησε ο Ερμής.  «Τα βλέπεις αυτά τα δύο άστρα άνθρωπε; Μεσουρανούν από το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου μέχρι τις αρχές του Νοεμβρίου. Με αυτά τα άστρα συντονίζονται οι φάλαινες».

Ξαφνικά σηκώθηκε ένας απαλός αέρας και ο χωρικός αναρρίγησε. «Και αυτός ο άνεμος, συνέχισε ο Ερμής, που πνέει ξαφνικά είναι ο Ζέφυρος που μεταφέρει τις δονήσεις από τις Πύλες που σχηματίζουν αυτά τα δύο άστρα. Εκεί είναι ο Ναός της Νέμεσις και όχι εδώ στην Γη που τον ψάχνετε εσείς οι άνθρωποι. Εκεί πρέπει να κοιτάξετε, άνθρωπε, και από εκεί πρέπει να την καλέσετε. Αλλά για να την καλέσετε πρέπει πρώτα να πάρετε την άδεια του Ποσειδώνα. Αυτόν θα πρέπει να επικαλεστείς πρώτα εκθέτοντας το αίτημα σου. Και αν είναι δίκαιο, τότε ο Ποσειδώνας θα καλέσει τον Ζέφυρο και θα του δώσει εντολή να μεταφέρει την δικαιοσύνη της Νέμεσις. Την εντολή αυτή θα την αποδώσουν στην Γη οι φάλαινες γιατί τα άστρα ανήκουν σε αυτές. Για αυτό σκοτώνουν τις φάλαινες στην Γη, γιατί αυτές ξέρουν που είναι η Νέμεσις»

«Και που ανήκουν αυτά τα δύο άστρα Θεέ Ερμή», ρώτησε ο χωρικός. «Αυτά τα άστρα ανήκουν σε αυτό το σύμπλεγμα που εσείς στην Γη ονομάζετε «ο αστερισμός της Φάλαινας (αστερισμός του Κήτους)» απάντησε ο Ερμής. Από αυτά τα άστρα κάλεσε την  δόνηση ο Ποσειδώνας και καταπόντισε την Ατλαντίδα όταν εκείνοι που φιλοξενούνταν στον Ναό του τον πρόδωσαν. Εκεί κατοικεί η Νέμεσις με τα τρία πρόσωπα».
Ο χωρικός σάστισε και ρώτησε: «Ποια είναι τα τρία πρόσωπα της Νέμεσις;» ρώτησε. «Το πρώτο πρόσωπο είναι δίπλα από τον Πατέρα και εσείς το ονομάζεται «Θέμις», απάντησε ο Ερμής. «Το δεύτερο πρόσωπο κατοικεί στα αστέρια και το ονομάζετε «Δίκη», και το τρίτο πρόσωπο είναι πολύ κοντά σε εσάς και το ονομάζετε «Νέμεσις».Μία δόνηση είναι διασπασμένη στα τρία».  

«Κάνε αυτό που σου είπα Άνθρωπε, και αν αυτό που ζητάς είναι δίκαιο τότε θα γίνουν όλα σύμφωνα με την συμπαντική ροή. Πριν από όλα όμως να ακούσεις, να νιώσεις τον δόνηση της Ροής».
Αυτά είπε ο Ερμής και όπως είχε έρθει με μία λάμψη, με άλλη μία τέτοια εξαφανίστηκε στον ορίζοντα. Έμεινε ο Ζέφυρος να σουλατσάρει απαλά επάνω από την θάλασσα και οι Φάλαινες να παίζουν με τα νερά. Ο χωρικός βίωσε στο σώμα του μία αίσθηση δύναμης που είχε πολλές μέρες να την νιώσει. Και ξαφνικά του ήρθε η επιθυμία να σηκωθεί. Με τρεμάμενα πόδια σηκώθηκε όρθιος και βάλθηκε να κοιτάζει τον ορίζοντα. Έκλεισε τα μάτια και περίμενε. Και ξαφνικά τα άκουσε. Άκουσε τα «κύμβαλα της Ροής» που έδιναν τον ρυθμό στην Φύση. Κάπου μακριά άκουσε και την σύριγγα του Πάνα να παίζει ένα σκοπό. Και τότε είδε μέσα από τα κλειστά του μάτια τον ιστό που έπλεκε η σύριγγα του Πάνα συνδέοντας το ένα άστρο με το άλλο.
Αυθόρμητα, με κλειστά τα μάτια σήκωσε τα χέρια και επικαλέστηκε τον Ποσειδώνα. Άρχισε να λέει ακόμα μία φορά την ιστορία του, το πώς έχασε το βιός του, και παραδέχτηκε ότι άφησε να του κλέψουν τα πρόβατα γιατί δεν τα φύλαγε καλά και γιατί τα είχε θεωρήσει δεδομένα. Του είπε ακόμα πόσο παρασύρθηκε από την λάμψη του τεχνητού χρυσού και ότι τώρα το είχε μετανοιώσει. Μίλησε μέσα από την καρδιά του ειλικρινά, χωρίς περιστροφές και καυτά δάκρυα άρχισαν να κυλούν από τα μάτια του.

Όταν τελείωσε την εσωτερική του διήγηση και πήρε την περισσότερη ευθύνη επάνω του έμεινε έτσι βουβός, με τα μάτια κλειστά, ακούγοντας μόνο τον παφλασμό των κυμάτων.
Ξαφνικά ο Ζέφυρος δυνάμωσε. Μία ανατριχίλα διαπέρασε το σώμα του και οι φάλαινες άρχισαν να φωνάζουν με εκείνη την διαπεραστική τους φωνή. Τότε ο χωρικός άνοιξε τα μάτια. Και είδε από τα δύο αστέρια που του είχε πει ο Ερμής να κατεβαίνουν δύο αχνές φωτεινές γραμμές. Ξανα-έκλεισε τα μάτια και επικαλέστηκε την Νέμεσις να αποδώσει Δικαιοσύνη, εάν πρέπει να αποδοθεί.
Και τότε ο χωρικός έγινε ένα με το Σύμπαν, ένα με την Ροή. Άκουσε τον Ουράνιο Ωκεανό να κυλά και την αρμονία των Σφαιρών. Είδε με τα μάτια της Ψυχής του τον Ποσειδώνα μπροστά σε έναν ολόφωτο Ναό ανάμεσα στα δύο άστρα να χαμογελά. Ο χωρικός άνοιξε τα μάτια και ξαφνικά ένιωσε τόσο δυνατός και ψηλός που άγγιζε τον Ουρανό. Ακολουθώντας μία εσωτερική παρόρμηση επέστρεψε στην εγκαταλελειμμένη του εδώ και μέρες στάνη και παραδόθηκε σε έναν γαλήνιο ύπνο. Το πρωί, με τις πρώτες ακτίνες του Ήλιου, ξύπνησε ακούγοντας βελάσματα από πρόβατα. Σηκώθηκε γρήγορα, βγήκε έξω και αντίκρισε εκτός από το κλεμμένο του κοπάδι και το κοπάδι του κλέφτη-χωρικού. Εκεί δεν ήξερε τι να υποθέσει.

Πήρε τον δρόμο και πήγε στο σπίτι του χωρικού που του είχε κλέψει τα πρόβατα. Τον βρήκε ξαπλωμένο στο κρεβάτι να καίγεται από τον πυρετό, ανήμπορο ακόμα και να μιλήσει. Τον είδε συρρικνωμένο σαν να είχε μείνει μισός, ενώ εκείνος τώρα ένοιωθε ψηλός και δυνατός.
Όταν ο άρρωστος κατάλαβε ότι κάποιος ήταν εκεί, άνοιξε τα μάτια, κοίταξε τον άλλο χωρικό και του είπε: «Εγώ δεν μπορώ πια να περιποιούμαι τα πρόβατα γιατί νιώθω πολύ αδύναμος. Θα συρρικνωθούν και αυτά όπως και εγώ».
Αμίλητος ο άλλος χωρικός άφησε τον άρρωστο στο κρεβάτι και έφυγε κλείνοντας πολύ καλά πίσω του την πόρτα.

Ξαφνικά ο Ήλιος δυνάμωσε το Φως του και ο χωρικός πήρε το δρόμο για το σπίτι του. Μία νέα ζωή ανοιγόταν τώρα μπροστά του και σίγουρα αυτή την φορά η εκτίμηση προς την ζωή θα ήταν διαφορετική. Υποσχέθηκε στον εαυτό του ότι τα πρόβατα δεν θα ακολουθήσουν τον «συρρικνωμένο κλέφτη». Ήταν μία υπόσχεση που την έδωσε μέσα από την καρδιά του και έτσι και έγινε όσο και αν ο «κλέφτης» ήθελε να καταποντιστούν μαζί του. Η Νέα Ζωή του κτυπούσε την πόρτα, ο χωρικός είχε πια πάρει το μάθημα του, και δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσει την Νέα Ζωή να έχει την τύχη της παλαιάς.  

 

Υ.Γ. Ο κλέφτης δεν κλέβει στην ουσία υλικά πράγματα. Κλέβει ψυχική ενέργεια. Εάν ανακαλύψουμε το εσωτερικό μονοπάτι, που τις περισσότερες φορές μας έχουν αποκρύψει, τότε μπορούμε να την κερδίσουμε πίσω.